02 Οκτωβρίου 2018

Συντάξεις: Γιατί είναι χρήσιμος ο δεύτερος πυλώνας

Posted in euro2day.gr

Ποιες είναι οι μεγάλες διαφορές μεταξύ της κοινωνικής ασφάλισης και των επαγγελματικών Ταμείων. Οι αδικίες του συστήματος, το πολιτικό κόστος και από πού θα... πληρωθούν οι μελλοντικοί συνταξιούχοι.

Οι πολιτικοί επιβάλλεται να λένε αλήθειες ακόμη και σε περιόδους που βρίσκονται κοντά σε εκλογικές αναμετρήσεις. Πιστεύω λοιπόν, ότι η αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση αποτελεί, γιατί πέρα από σημερινούς συνταξιούχους, η Πολιτεία θα πρέπει να φροντίζει και τους αυριανούς (τα «παιδιά» τους).

Ακόμη και οι ισχυρές οικονομίες του Δυτικού κόσμου ανησυχούν για το ασφαλιστικό σε μακροπρόθεσμη βάση, λόγω των αυξανόμενων δαπανών υγείας και της επιδείνωση της σχέσης μεταξύ εργαζόμενων και συνταξιούχων. Προφανώς, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για τη χώρα μας, λόγω του μεγάλου δημόσιου χρέους της και των γνωστών διαρθρωτικών της προβλημάτων.

Το μόνο βέβαιο είναι πως σε βάθος χρόνου, η μοναδική συνταγή για να διατηρηθούν και να αυξηθούν οι σημερινές συντάξεις είναι μια ταχεία αύξηση του ΑΕΠ και οι πολίτες επιβάλλεται να κρίνουν το ποια πολιτική παράταξη είναι ικανότερη για να την πετύχει.

Πριν όμως προχωρήσουμε στο τι είδους ασφαλιστικό σύστημα θέλουμε, θα πρέπει να εξηγήσουμε τις βασικές διαφορές μεταξύ του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και του δεύτερου πυλώνα, δηλαδή των επαγγελματικών ταμείων.

Στα επαγγελματικά ταμεία το σύστημα είναι πλήρως ανταποδοτικό. Συγκεκριμένα, τα χρήματα που καταβάλουν εργοδότης και εργαζόμενος:

α) Μπαίνουν σε έναν «προσωπικό λογαριασμό» του εργαζόμενου.

β) Επενδύονται με επαρκή διασπορά σε μια σειρά χρηματοοικονομικών προϊόντων ή και σε ακίνητα.

γ) Στο τέλος του πολυετούς προγράμματος, το άθροισμα των καταβολών και των επενδυτικών αποδόσεων που θα έχουν μαζευτεί στο συγκεκριμένο λογαριασμό, είτε καταβάλλεται εφ’ άπαξ, είτε μετατρέπεται σε μηνιαία σύνταξή του.

Άρα λοιπόν, το ύψος της σύνταξης που θα εισπράξει ο εργαζόμενος θα εξαρτηθεί από το πόσα λεφτά έχει καταβάλλει ο ίδιος και από το ποια συνολική απόδοση είχαν αυτά. Αξιοσημείωτο είναι, ότι το επαγγελματικό Ταμείο έχει ανά πάσα στιγμή «φυλαγμένα» και επενδεδυμένα τα λεφτά που δικαιούται εκείνη τη στιγμή ο εργαζόμενος.

Αντίθετα, η κοινωνική ασφάλιση λειτουργεί με σαφώς διαφορετικό τρόπο. Οι σημερινές εισφορές των εργαζομένων -στην πράξη- δεν αποταμιεύονται (άρα δεν επενδύονται), αλλά πηγαίνουν για να πληρώσουν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Μάλιστα, επειδή οι εισφορές αυτές δεν φτάνουν, το κράτος έρχεται να προσθέσει ένα ποσό που ετησίως κυμαίνεται γύρω στα 13 δισ. ευρώ, προκειμένου να πληρώσει τις σημερινές συντάξεις.

Πώς προκύπτει το ύψος της σύνταξης; Με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ο ασφαλισμένος εισπράττει την «εθνική σύνταξη» (εξαρτάται από το εκάστοτε ΑΕΠ της χώρας) συν ένα ποσό που προκύπτει από τον λεγόμενο συντελεστή αναπλήρωσης. Δηλαδή, ο συνταξιούχος δικαιούται την εθνική σύνταξη και π.χ. το 50% των χρημάτων που ο ίδιος έχει καταβάλλει στο σύστημα.

Το ύψος του συντελεστή αναπλήρωσης μειώνεται όσο περισσότερα χρήματα έχει καταβάλλει ένας εργαζόμενος, με στόχο να ενισχυθούν οι χαμηλές συντάξεις σε βάρος των υψηλότερων. Με άλλα λόγια, το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης είναι μερικώς ανταποδοτικό, δηλαδή έχει χαρακτήρα αναδιανεμητικό.

Από πού όμως θα πληρωθούν οι μελλοντικοί συνταξιούχοι, αφού οι ασφαλιστικές εισφορές τους δεν αποθηκεύονται για λογαριασμό τους; Η απάντηση είναι ότι θα πληρωθούν από τις εισφορές της επόμενης γενιάς (των τότε εργαζομένων και εργοδοτών, αν φτάνουν…) συν από τα χρήματα που θα διαθέτει τότε ο κρατικός προϋπολογισμός (αν φτάνουν…).

Και το ζήτημα που τίθεται είναι το ποιος εγγυάται αυτή τη διαδικασία: Το ελληνικό κράτος. Ωστόσο, το ελληνικό κράτος «δικαιούται» μέσω αλλαγής του θεσμικού πλαισίου να μεταβάλει μονομερώς τους όρους και το ύψος της σύνταξης, όπως για παράδειγμα έπραξε τόσες πολλές φορές από το 2010 έως σήμερα.

Έχει παρατηρηθεί μάλιστα πολλές φορές κατά το παρελθόν το φαινόμενο, κυβερνήσεις να αναβάλλουν απαραίτητες ρυθμίσεις στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης, προκειμένου να αποφύγουν το λεγόμενο πολιτικό κόστος και το πρόβλημα να μεταφερθεί επαχθέστερο σε επόμενες κυβερνήσεις.

Με δεδομένα μάλιστα, τα «σκληρά» δημογραφικά στοιχεία της χώρας, το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της χώρας και τους προβληματικούς ρυθμούς ανάπτυξης (υπάρχουν προβλέψεις που αναφέρονται μακροπρόθεσμα σε μέσες ετήσιες επιδόσεις μόλις γύρω στο 1% με 1,5%) εντείνεται ο προβληματισμός των σημερινών εργαζομένων για το ύψος της σύνταξης που θα λάβουν στο μέλλον.

Τι θα πρέπει να γίνει

Κανείς δεν αμφισβητεί το ρόλο του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που θα πρέπει να συνεχίσει να επιτελεί το έργο του. Ωστόσο, πλάι σ’ αυτόν θα πρέπει να προστεθεί και αυτός των επαγγελματικών ταμείων, γιατί:

Πρώτον, γνωρίζοντας ο εργαζόμενος ότι μέσω του δεύτερου πυλώνα η σύνταξη που θα παίρνει θα είναι ανταποδοτική και δεν θα επηρεάζεται από τις εκάστοτε κυβερνητικές ρυθμίσεις, θα έχει πολύ μικρότερο κίνητρο για εισφοροδιαφυγή και «μαύρη εργασία». Αυτό, θα βοηθήσει, τόσο τα ασφαλιστικά ταμεία, όσο και τον κρατικό προϋπολογισμό.

Δεύτερον, με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν φορολογικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις, οι εργοδότες θα μπορούν να καταβάλλουν επιπλέον ποσά (εν είδη πρόσθετης αμοιβής, ή σε αντικατάσταση των υπερφορολογημένων σήμερα bonus) στα επαγγελματικά ταμεία, ενισχύοντας περαιτέρω τις μελλοντικές συντάξεις των εργαζομένων τους και

τρίτον, με ένα τέτοιο σύστημα, θα μπορούσε να δημιουργηθούν -κάτω από προϋποθέσεις- σημαντικοί καταλύτες που θα οδηγούσαν την οικονομία σε πορεία ανάπτυξης (πχ επένδυση των αποθεματικών που θα δημιουργούνται).

Αυτονόητο είναι πως η ανάπτυξη των επαγγελματικών ταμείων θα πρέπει να γίνει σταδιακά, έτσι ώστε να μη χαθεί μεγάλο ποσό χρημάτων από την κοινωνική ασφάλιση και έτσι να πληγούν οι σημερινοί συνταξιούχοι.

Επίσης, οι όποιοι πόροι χαθούν σε βάθος χρόνου από την κοινωνική ασφάλιση, χρέος της Πολιτείας είναι να τους υπέρ-αναπληρώσει μέσα από την ανάπτυξη της οικονομίας, τη μείωση της ανεργίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Και εδώ επιστρέφουμε στο ερώτημα του ποια πολιτική παράταξη είναι σε θέση να φέρει την ανάπτυξη.

 

• O κ. Αλέξανδρος Μωραϊτάκης είναι οικονομολόγος, τέως βουλευτής και τέως πρόεδρος του ΣΜΕΧΑ

 

Πηγή: euro2day.gr

Επικοινωνία

Διεύθυνση:

Δραγατσανίου 6, 6ος όροφος γραφείο 29, 10559 Αθήνα
Ελλάδα

Τηλ.:  +30 210 3350559
Email:  office@moraitakisalexandros.gr
Web:  www.moraitakisalexandros.gr